Η νεοελληνική εκδοχή του περί δικαίου αισθήματος

Το άρθρο μου στον κυριακάτικο Αγγελιοφόρο (16/9/2012) Καθημερινές εικόνες νεοελληνικής πραγματικότητας: κάποιοι κλείνουν τα λιμάνια για να ματαιώσουν ιδιωτικοποιήσεις ή τον ελλιμενισμό των κρουαζιερόπλοιων κρατώντας σε ομηρία χιλιάδες επιβάτες και εμπορεύματα. Κάποιοι αποκλείουν τις εθνικές οδούς ή καταργούν τα διόδια σ’ αυτές. Κάποιοι κλειδώνουν αρχαιολογικούς χώρους τις μέρες της υψηλότερης τουριστικής επισκεψιμότητας. Οι πορείες λίγων εκατοντάδων (ή και δεκάδων) διαδηλωτών ταλαιπωρούν πολλαπλάσιους οδηγούς και επιχειρήσεις. Οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων (οι οποίες υφίστανται τις συνέπειες του νόμου για πλαστογραφία και κακοδιαχείριση) βεβηλώνουν κειμήλια της πόλης. Οι πλατείες αποτελούν χώρο μόνο για διαπρύσιους υποστηρικτές «κεκτημένων» δικαιωμάτων και ξεπερασμένων ιδεών και των λίγων πιστών χειροκροτητών τους. Κάθε λογής αγανακτισμένοι διαδηλώνουν τη μέρα των εγκαινίων της ΔΕΘ βάσει οργανωμένου σχεδίου, αποδιοργανώνοντας την εμπορική ζωή της πόλης μας. Ολα τα παραπάνω (και άλλα πολλά) γίνονται από συμπολίτες μας με την ακλόνητη πίστη ότι προστατεύουν δίκαια προνόμια. Συλλογικά ή προσωπικά. Ακόμη και όταν παραδέχονται ότι η άσκηση αυτών των δράσεων βάλλει κατά του συνόλου, πιστεύουν ακράδαντα ότι η ζημία αυτή σε εθνικό επίπεδο και σε βάθος χρόνου είναι λιγότερο σημαντική του σκοπού τους. Και όλες οι προφανείς ζημίες που προκαλούν αποτελούν αναπόφευκτες θυσίες έναντι του οφέλους που... τελικά θα προκύψει! Και απέναντί τους στέκεται μια Πολιτεία πρόθυμη να κλείσει δρόμους και να αποκλείσει την πόλη από τους ίδιους τους πολίτες της. Να αποδεχθεί αιτήματα και να περάσει μεταμεσονύκτιες τροπολογίες. Να δώσει προνόμια και απαλλαγές. Λες και όλα αποτελούν οργανωμένο σχέδιο: το όραμα του Καποδίστρια, του Τρικούπη, του Βενιζέλου και τόσων άλλων να μείνουν ανολοκλήρωτα. Από την άλλη πλευρά οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης (πρωινά και βραδινά μέσα ενημέρωσης) είναι πάντα πρόθυμοι να δώσουν λόγο και δίκαιο. Να αναδείξουν νέους «ροβεσπιέρους» μέσα από όλους αυτούς τους συντεχνιακούς φωνασκούντες. Υπάρχει το δίκαιο του (αδικημένου) εργάτη, αλλά και του (φοροφυγά) επιχειρηματία. Του δημόσιου υπαλλήλου αλλά και του ιδιώτη. Του οικολόγου αλλά και του οικοπεδούχου. Πώς μπορούν όλα αυτά να συνυπάρξουν; Πρώτα σε επίπεδο κοινωνικής συναίνεσης και μετά σε επίπεδο κρατικής οργάνωσης; Είναι, λοιπόν, προφανές ότι έχουμε χάσει τελείως το αίσθημα της δικαιοσύνης, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, σε επίπεδο κοινωνίας. Ιδιαίτερα τα τελευταία δύο χρόνια, όπου γίνεται αυτή η τιτάνια προσπάθεια οικονομικής και διαχειριστικής ανασυγκρότησης, ούτε τα προβλήματα ούτε οι λύσεις αλλά δυστυχώς ούτε καν ο στόχος μπορούν να καθορισθούν με σαφήνεια. Ετσι τίποτα δεν μπορεί να πιστωθεί στην κοινωνία μας και όλη η προσπάθεια δείχνει μάταιη μέσα από μια διαδικασία διαρκούς αμφισβήτησης και αυτοαναίρεσης. Στοιχειώνει κάθε προσπάθεια πραγματικού εκσυγχρονισμού κοινωνίας και Πολιτείας. Στη δύσκολη αυτή ώρα όμως η ευθύνη των πολιτών είναι μεγάλη και εξαιρετικά κρίσιμη. Ο υπεύθυνος πολίτης πρέπει να ενεργεί και να συμπεριφέρεται διεκδικώντας τις δικές του ζωτικές ανάγκες, αλλά και αναγνωρίζοντας και σεβόμενος τις ζωτικές ανάγκες των άλλων. Και επειδή βέβαια οι συμπεριφορές αυτές αποτελούν ένδειξη και πολιτιστικού επιπέδου αλλά και χρήζουν ψυχαναλυτικής προσέγγισης, ας αναζητήσουμε ερμηνεία και... θεραπεία σε μια ρήση του πατέρα της ψυχανάλυσης Ζίγκμουντ Φρόιντ: «Το πρώτο προαπαιτούμενο του πολιτισμού είναι η Δικαιοσύνη». 





