Οι μακριές σκοτεινές Ευρωπαϊκές νύχτες

Το άρθρο μου στον κυριακάτικο Αγγελιοφόρο (25/11/2012) Το 1992 οι ηγέτες των χωρών της ΕΕ υπέγραφαν τη συνθήκη του Μάαστριχτ, θεσπίζοντας παραμέτρους όπως πληθωρισμός, δημοσιονομικό έλλειμμα, δημόσιο χρέος, συναλλαγματική σταθερότητα, μακροπρόθεσμο επιτόκιο και βιώσιμο χρέος. Οι περισσότεροι από αυτούς ίσως δε φαντάζονταν ότι αυτοί οι κανόνες οικονομικής ενοποίησης θα έθεταν σε κίνδυνο ό,τι είχε επιτευχθεί από δεκαετίες, με την ίδρυση της Ενωσης Ανθρακα και Χάλυβα και εν συνεχεία της ΕΟΚ. Ανάλογα συνέβη και με τις αλλεπάλληλες διευρύνσεις με τις οποίες η ευρωπαϊκή σημαία γέμισε αστέρια, και οι συναντήσεις κορυφής αποτελούν πλέον γενικές συνελεύσεις. Το 2002 ήρθε το ισχυρό ευρώ, η λειτουργία της ευρωζώνης (στην οποία κι εμείς περήφανα συμμετείχαμε) και πολλοί πιστέψαμε ότι βρισκόμαστε κοντά στην επίτευξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οσοι τόλμησαν τότε να μιλήσουν για την πολιτική ενοποίηση ως προαπαιτούμενο πραγματικής ένωσης αντιμετωπίστηκαν ως ευρωσκεπτικιστές, ως δυνάμεις που έβλεπαν με καχυποψία το εγχείρημα της ενιαίας Ευρώπης. Επικράτησε η αρχή ότι η οικονομία τα γεννά όλα και ότι αυτή διοικεί. Ηρθε, όμως, το 2005 και η απόρριψη του ευρωπαϊκού συντάγματος (από Γαλλία και Ολλανδία), όπου ναυάγησε η ελπίδα για μια ένωση στη διακυβέρνηση, στην άμυνα, στις διεθνείς σχέσεις, ουσιαστικά μιας ενιαίας ευρωπαϊκής διακυβέρνησης. Και σήμερα, η κρίση της ευρωζώνης φαίνεται σταθερά να οδηγεί στη διάλυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Πέρασαν, λοιπόν, οι μέρες που οι Ευρωπαίοι εταίροι ξενυχτούσαν, βγαίνοντας το πρωί μ’ ένα χαμόγελο και με αποφάσεις που γίνονταν αποδεκτές απ’ όλους. Τώρα πια, οι μακριές νύχτες των συμβουλίων κορυφής ή των συνεδριάσεων του Eurogroup σπάνια καταλήγουν σε συμφωνίες. Τότε, βέβαια, μοίραζαν χρήματα και τα προβλήματα αφορούσαν μια απλή διαχείριση. Εδώ και λίγους μήνες, όμως, και μετά την πρώτη θεμελιακή κρίση, τα πράγματα άλλαξαν. Τα περισσότερα κράτη-μέλη δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τους οικονομικούς όρους του 1992. Οι αποφάσεις εξαρτώνται από τους εθνικούς σχεδιασμούς αλλά και τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς κάθε χώρας! Οι σοβαρές αποφάσεις αναβάλλονται για εκείνο το διάστημα, όπου οι χώρες βρίσκονται μακριά από προεκλογική περίοδο. Είναι πλέον προφανές ότι υπάρχει έλλειμμα πολιτικής και ηγεσίας. Το ενοποιό στοιχείο φυλλορροεί και η ανυπαρξία της πολιτικής ενοποίησης γεννά ανταγωνισμούς και έριδες. Η απώλεια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και της εταιρικής εμπιστοσύνης, που εκφράζεται ιδίως από την εμμονή του -γεμάτου αυτοπεποίθηση- Βερολίνου σε μια αυστηρή τήρηση των κανόνων του 1992, είναι πλέον γεγονός. Κάτι ήξερε ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών και πρωθυπουργός Ρομπέρ Σουμάν το 1950, όταν έλεγε στην περίφημη διακήρυξη ότι «η Ευρώπη θα διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένα επιτεύγματα που θα δημιουργήσουν πρώτα μια πραγματική αλληλεγγύη». Στην Ελλάδα, εν μέσω ενός «οικονομικού πολέμου», οι επιρροές είναι άμεσες. Οπως και στις υπόλοιπες χώρες που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα, και οι οποίες διαρκώς πληθαίνουν. Η αίσθηση της απώλειας της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης οδηγεί νομοτελειακά τον ελληνικό λαό και το εκλογικό σώμα στις αγκαλιές του αντιευρωπαϊκού λόγου, της εσωστρέφειας, του εθνικισμού, της απομόνωσης, της μιζέριας. Οδηγεί την κοινωνία στα άκρα και τη χώρα μακριά από τις ράγες του εκσυγχρονισμού. Αραγε, υπάρχει επιστροφή; Οι μακριές και σκοτεινές νύχτες των Βρυξελλών θα δώσουν τη θέση τους σε φωτεινές μεσογειακές μέρες; Πρωτοδημοσιεύτηκε στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής 25/11/2012 





