Όταν οι οπαδοί πανηγυρίζουν

Το άρθρο μου στον κυριακάτικο Αγγελιοφόρο (26/5/2013) Το προηγούμενο διάστημα ζήσαμε δύο διαφορετικές αθλητικές συγκινήσεις. Δύο διαφορετικοί τίτλοι, δύο διαφορετικές φιλοσοφίες. Πρωταγωνίστρια η ίδια ομάδα -διαφορετική όμως η αντίληψη, η μεθόδευση, η επίγευση. Δύο εικόνες που εκφράζουν εκ διαμέτρου αντίθετες όψεις της Ελλάδας: την Ελλάδα του τυχοδιωκτισμού και την Ελλάδα της συστηματικής δουλειάς. Στην πρώτη το ποδόσφαιρο, στη δεύτερη το μπάσκετ. Αποδεικνύουν ότι ο στόχος της ευρωπαϊκής διάκρισης μας κάνει καλύτερους, πιο σοβαρούς, πιο ανταγωνιστικούς. Αντιθέτως, στην Ελλάδα της μιζέριας και της εσωστρέφειας θριαμβεύει η πονηριά, η κλεψιά («το χέρι του Θεού»), το παρασκήνιο. Αν εξαιρέσουμε την αναλαμπή του 2004, με το θαύμα της κατάκτησης του Euro από την εθνική μας ομάδα, το ποδόσφαιρο αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια ένα χώρο ανυπόληπτο, ένα χώρο μετριοκρατίας, υπόγειων διαδικασιών και πλαστών αποτελεσμάτων. Η τελευταία μεγάλη απόδειξη (που ξεπέρασε κάθε όριο και νοσηρή φαντασία) είναι ο τρόπος με τον οποίο η ομάδα του Ολυμπιακού κατέκτησε ένα ακόμη κύπελλο, το οποίο «γιόρτασε» (;) σε ένα γήπεδο απ' όπου και οι ίδιοι οι οπαδοί του είχαν αποχωρήσει απογοητευμένοι -ίσως και αηδιασμένοι- μη αποδεχόμενοι την κατάφωρη αδικία ως μέσο επιτυχίας. Κατά σύμπτωση, την επόμενη μέρα, η κατάκτηση του κυπέλλου Αγγλίας από την ταπεινή Γουίγκαν με νίκη έναντι της χλιδάτης Μάντσεστερ Σίτι δείχνει ότι στη γηραιά Αλβιόνα θεωρούν την έκπληξη στοιχείο και γοητεία του -ακόμη και υπερεπαγγελματικού- αθλητισμού. Η δεύτερη εικόνα είναι αυτή του μπασκετικού Ολυμπιακού, που για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά κέρδισε τον κορυφαίο διασυλλογικό ευρωπαϊκό τίτλο -με μια ομάδα που έχει Ελληνα προπονητή, Ελληνες και τους μεγάλους πρωταγωνιστές - αθλητές της. Χάρη στους πολλούς και μεγάλους ευρωπαϊκούς τίτλους -από τον Παναθηναϊκό, τον Ολυμπιακό, τον ΠΑΟΚ, τον Αρη και φυσικά την εθνική ομάδα, εδώ και πολλά χρόνια η Ελλάδα βρίσκεται στο πάνθεον της μπασκετικής Ευρώπης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο χώρος του μπάσκετ έχει προσφέρει πολλά στον ελληνικό αθλητισμό, στην ίδια τη χώρα. Είναι ένας χώρος όπου γίνεται σοβαρή δουλειά, όπου, ακόμη κι αν σε κάποιο βαθμό επικρατεί ο ισχυρός, εξακολουθεί να κινείται με εξωστρέφεια, να μπολιάζεται με ό,τι καλύτερο σε αθλητικό δυναμικό διαθέτει η Ελλάδα ή έρχεται από το εξωτερικό. Οι μεν, λοιπόν, μας κάνουν να ντρεπόμαστε, οι δε μας κάνουν περήφανους. Και φυσικά, είναι πολύ σημαντικό για την εικόνα και την προοπτική μιας πόλης ή μιας χώρας τα αθλητικά σωματεία της να πρωταγωνιστούν διεθνώς. Δείχνουν την εικόνα μιας κοινωνίας ανθηρής, υγιούς, που έλκει με το σωστό τρόπο τα φώτα της δημοσιότητας και της προβολής. Εχω πολλές φορές επισημάνει ότι ένα δημοκρατικό, οργανωμένο και αποτελεσματικό κράτος, με μια κοινωνία που ευημερεί, στηρίζει τη λειτουργία και εξέλιξή του σε οργανωμένους φορείς όπως τα επιμελητήρια, οι επιστημονικές ενώσεις, οι ακαδημαϊκές κοινότητες, οι ΜΚΟ, ακόμη και οι αθλητικοί σύλλογοι. Από εκεί οφείλει να αντλεί οράματα και στρατηγικές. Αυτά παράγουν ιδέες και στελέχη. Μέσω αυτών μπορεί να σχεδιάζεται, να αναπτύσσεται αλλά και να προβάλλεται μία χώρα, μία πόλη. Για τους λόγους αυτούς είναι τύχη για την πρωτεύουσα να διαθέτει αθλητικές ομάδες που εδώ και πολλά χρόνια πρωταγωνιστούν. Και αυτό συμβαίνει λόγω οικονομικής ευμάρειας, διοικητικής επάρκειας, ενίοτε και σκοτεινού παρασκηνίου. Το διακύβευμα είναι τεράστιο και πολυεπίπεδο. Και αυτό εξηγεί και το σκληρότατο ανταγωνισμό. Το αποτέλεσμα, όμως, κάνει περήφανη και αισιόδοξη μια πόλη, ένα κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτό πρέπει όλοι στη Θεσσαλονίκη να παλέψουμε για να έχουμε αντίστοιχες εικόνες με αυτές της προηγούμενης Κυριακής από δικούς μας αθλητικούς εκπροσώπους. Για να ζήσουμε ξανά φωτεινές αθλητικές μέρες, ανάλογες με αυτές που ζήσαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μέχρι τα μέσα του ’90. Για να έχουμε και πάλι μια πόλη που αγωνίζεται, παράγει, έχει ταυτότητα, διαθέτει όραμα, ελπίζει βάσιμα σε καλύτερο μέλλον. Που θα έχει νίκες, τίτλους και επιτυχίες.





