Κύπελλο Κόρατς, 20 χρόνια μετά

Το άρθρο μου στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής (30/3/2014) Είμαι ένας από τους 50 μόλις τυχερούς που στις 17 Μαρτίου 1994 επέστρεφα στη Θεσσαλονίκη από το Παλατσέτο Ντι Κιαρμπόλα της Τεργέστης μαζί με την ομάδα μπάσκετ του ΠΑΟΚ, κουβαλώντας το πολύτιμο τρόπαιο: το κύπελλο Κόρατς. Ηταν μια μαγική βραδιά, μια εκπληκτική εμφάνιση, κορύφωση μιας υπέροχης αγωνιστικής περιόδου. Πρέλεβιτς, Κόρφας, Μπέρι, Σάβιτς, Γαλακτερός, Μπουντούρης, Μαματζιόλας, Μπαλογιάννης, Ρετζιάς, Τσέκος. Κάτω από την αριστοτεχνική καθοδήγηση του νεαρού τότε Σούλη Μαρκόπουλου. Θεωρείται, ακόμη και σήμερα, ένας από τους συναρπαστικότερους ευρωπαϊκούς τελικούς! Ο κόσμος που είχε υποδεχθεί την ομάδα στο αεροδρόμιο ήταν τόσος και με τέτοιον ενθουσιασμό που ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί από την Αστυνομία. Οι φίλοι της ομάδας ανέβηκαν μέχρι και στη… σκάλα του αεροπλάνου. Ο Νάσος Γαλακτερός κόντεψε να μου βγάλει τον ώμο πατώντας πάνω μου για να ξεφύγει... ακροβατικά πάνω από τον κόσμο! Ηταν τότε η σημαντικότερη ευρωπαϊκή κατάκτηση για ελληνική ομάδα μπάσκετ, αλλά δυστυχώς έμελλε να είναι η τελευταία μεγάλη ευρωπαϊκή καταξίωση για την ασπρόμαυρη ομάδα. Επισφράγιζε μια μακρά πορεία σοβαρής προσπάθειας σε διοικητικό και αγωνιστικό επίπεδο. Παράλληλα, έκλεινε μια χρυσή περίοδο, κατά την οποία η πόλη μας ήταν η ελληνική μπασκετική πρωτεύουσα. Πόλος έλξης που κατόρθωνε να προσελκύει ό,τι καλύτερο σε ανθρώπινο υλικό υπήρχε σε Ελλάδα και Ευρώπη. Συγχρόνως όμως ήταν και πηγή περηφάνιας. Η πόλη ερήμωνε μεσοβδόμαδα, όταν ο ΠΑΟΚ ή ο Αρης έπαιζαν τους ευρωπαϊκούς τους αγώνες. Η αγωνιστική χρονιά ξεκινούσε με την προοπτική της συμμετοχής σε ευρωπαϊκούς τελικούς. Και η απώλειά τους θεωρούνταν αποτυχία! Είχα την τύχη και την τιμή να είμαι μέλος εκείνου του διοικητικού συμβουλίου που πέρα από την προσπάθεια για την αγωνιστική αρτιότητα της ομάδας, έδωσε ένα δύσκολο αγώνα και πέτυχε να αποκτήσει ο ΠΑΟΚ ιδιόκτητο κλειστό γήπεδο -αίτημα πολλών ομάδων από εκείνη την εποχή. Δυστυχώς εδώ και μια δεκαετία πλέον, η αθλητική Θεσσαλονίκη -αν και διαθέτει και δυναμικό και αγωνιστική παράδοση- βρίσκεται σε παρακμή, σε ρόλο κομπάρσου. Τα πάντα εξαρτώνται από την έλευση κάποιου επενδυτή, σχεδόν πάντα αγνώστου προέλευσης και αβέβαιης προοπτικής. Που κατά κανόνα παραδίδει φεύγοντας αγωνιστικά και οικονομικά συντρίμμια. Είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι μια πόλη έχει μόνο να κερδίσει, εάν διαθέτει αθλητικές ομάδες που πρωταγωνιστούν -εξάλλου είναι κι αυτή μια έκφραση κοινωνικής συλλογικότητας, από εκείνες που καταφέρνουν έστω για λίγο να σηκώνουν στην πλάτη μια ολόκληρη πόλη και την κοινωνία της. Το παράδειγμα της Μπάρτσα είναι χαρακτηριστικό. Είναι πολλοί αυτοί που δεν έχουν επισκεφτεί τη Βαρκελώνη ούτε στο όνειρό τους, αλλά τη γνωρίζουν χάρη στον Μέσι και την παρέα του. Η ίδια η ομάδα είναι έτσι οργανωμένη που για εκατομμύρια τουρίστες δε νοείται επίσκεψη στην πρωτεύουσα της Καταλονίας χωρίς επίσκεψη στο «Καμπ Νου». Μπορεί, λοιπόν, οι επιτυχίες του '80 και του '90 να μην κεφαλαιοποιήθηκαν, ωστόσο είκοσι χρόνια μετά θα έπρεπε να ακολουθήσουμε ένα διαφορετικό μοντέλο στήριξης των αθλητικών σωματείων. Οι ομάδες οφείλουν να εκσυγχρονιστούν σε επίπεδο λειτουργίας, ούτως ώστε να έχουν συνέχεια και να μην εξαρτώνται από την επάρκεια ή ανεπάρκεια των διαφόρων «παραγόντων» και «επενδυτών». Θα πρέπει να γίνουν μέρος της προσπάθειας για την εξωστρέφεια και ανάπτυξη της πόλης, καθώς ούτως ή άλλως έχουν σπουδαίο κοινωνικό ρόλο. Τα πρότυπα υπάρχουν. Απαιτείται αντίληψη, συνεννόηση και ικανότητα υλοποίησης. Δεν είμαι από αυτούς που αρκούνται στην αναπόληση του παρελθόντος, αλλά πιστεύω ότι πρέπει να οργανώνουμε σωστά το παρόν για να έχουμε ανάλογο ένδοξο μέλλον. Οχι απλώς να βλέπουμε τα τρένα να περνούν και μονίμως κάποιος να μας φταίει. Ας οραματιστούμε και ας δουλέψουμε λοιπόν για τους επόμενους ευρωπαϊκούς τίτλους των ομάδων μας!





